
Η άσφαλτος στενή και ταλαιπωρημένη από τους σκληρούς χειμώνες, γεμάτη λακούβες και ρωγμές που μοιάζουν έτοιμες να σε καταπιούν… Ο δρόμος μοιάζει να παλεύει άλλοτε με τις βουνοκορφές και τους βράχους, άλλοτε με τα γερασμένα δέντρα που ρίχνουν τα φύλλα τους και τη σκιά τους, σα να θέλουν να του στερήσουν τη χαρά του προορισμού.
Ο δρόμος τελειώνει, και τα συναισθήματα εναλλάσσονται. Ο παγωμένος αέρας φρεσκάρει τις αισθήσεις που ανοίγονται για να γευτούν το σπάνιο δώρο. Από εκεί ψηλά άλλωστε, όλα φαντάζουν αλλιώτικα. Ποτέ άλλοτε δεν αισθάνεσαι πιο κοντά σε κάτι Θείο. Απλώνεις τα χέρια σου για να πετάξεις, σίγουρος πως θα τα καταφέρεις, όπως τα κατάφερες να φτάσεις και μέχρι εδώ.
Η πρώτη σκέψη ήταν… «μακάρι να έμενα για πάντα εδώ!»
Κατάλαβε γρήγορα όμως ότι έτσι θα χαθεί η μαγεία... και πήρε το δρόμο του γυρισμού.
_Γ