Απ'όλα είχε φέτος ο μπαχτσές... αλλά καλύτερα να μιλήσουν οι εικόνες αντί για εμένα




















Καλή μας επάνοδο και καλά όνειρα για το χειμώνα !!!
Σταγονες στο γιαλο...






Θέλω να σταματήσω το χρόνο
Θέλω να παίξω
Θέλω να ελπίζω
Θέλω να σε δω
Θέλω να ξαναπάω
Θέλω να τα βρώ όλα
Θέλω να σου πω κάτι
Σε θέλω εδώ
Μες στο κλειστό δωμάτιο υπάρχουν όλα
αν έχεις μάτια να τα δεις, αν έχεις χέρια να τα αγγίξεις
Ξυπνάω στο φως τα μάτια ανοίγω για λίγο νεκρός χαμένος για λίγο
Ξημέρωσε πάλι…
Κι έχεις χαθεί μαζί με τον ύπνο μαζί με του ονείρου τον πολύχρωμο κύκνο
Μην ξημερώνεις ουρανέ

Άδεια η ψυχή μου το δωμάτιο άδειο κι από τ’όνειρό μου ακούω καθάριο
Το λυγμό της να λέει όνειρο ήτανε, όνειρο ήτανε
Μόνο εκεί σε βλέπω καλή μου
εκεί ζυγώνεις κι ακουμπάς τη ψυχή μου
Με τα φτερά σου
Μα το πρωί χάνεσαι φεύγεις ανοίγω τα μάτια κι αμέσως πεθαίνεις
Μην ξημερώνεις ουρανέ

Άδεια η ψυχή μου...











Η άσφαλτος στενή και ταλαιπωρημένη από τους σκληρούς χειμώνες, γεμάτη λακούβες και ρωγμές που μοιάζουν έτοιμες να σε καταπιούν… Ο δρόμος μοιάζει να παλεύει άλλοτε με τις βουνοκορφές και τους βράχους, άλλοτε με τα γερασμένα δέντρα που ρίχνουν τα φύλλα τους και τη σκιά τους, σα να θέλουν να του στερήσουν τη χαρά του προορισμού.
_Γ
Στις δώδεκα και μισή
τη νύχτα
την ίδια ώρα και συγχρόνως
φάνηκε στον μεγάλο καθρέφτη και στο παράθυρό μου
ο Ντύλαν Τόμας μ' ένα αναμμένο κόκκινο κερί στο στόμα
νεκρός βέβαια
κι άγιος
και τρελός
όπως τοχω ξαναπεί
— Έλα αδερφέ, μου λέει, μαζί μου
σάπισες εδώ πέρα
έλα στα βορινά φαράγγια της πατρίδας μου
εδώ ζεις σ' ένα σάπιο τόπο που σε κοροϊδεύουν
εκεί χαιρετάνε τους τρελούς και οι παπάδες
κι η πάπια δε γενάει πια πάγο
γενάει κόκκινο αυγό
Αυτά τα λίγα μου είπε ο μεγάλος ποιητής
όχι πια στον καθρέφτη και στο παράθυρό μου
αλλά μέσα από τα ψηλά χορτάρια του θανάτου του
μισός από τη μέση κι απάνω στο φως, έξω από το χορτάρι
μισός από τη μέση και κάτω στο σκοτάδι
κάτω από το φως.